Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Πρωταγόρας 7η ενότητα

ΕΝΟΤΗΤΑ 7

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ
 ΑΠΌ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

  1. Η αναφορά αυτή υπονοεί τους μεγάλους Αθηναίους πολιτικούς Θεμιστοκλή, Αριστείδη, Θουκυδίδη, Περικλή κ.τ.λ. Σε άλλο έργο του Πλάτωνα παρουσιάζονται  οι γιοι του Αριστείδη και Θουκυδίδη να μέμφονται τους γονείς τους ότι τους έδωσαν ελλιπή αγωγή.
  2. Ο Πρωταγόρας στην απάντησή του στο δεύτερο επιχείρημα του Σωκράτη δε θα χρησιμοποιήσει  μύθο με χαρακτηριστικούς συμβολισμούς, ποιητική γλώσσα και φιλοσοφικές αλληγορίες, αλλά λόγο δηλαδή επιχειρηματολογία με λογική αλληλουχία, αδιαμφισβήτητα γεγονότα και τεκμηριωμένα στοιχεία. Το μύθο διηγήθηκε ο Πρωταγόρας, για να ανασκευάσει το πρώτο επιχείρημα του Σωκράτη, γιατί δηλαδή αναγνωρίζεται σε όλους τους πολίτες της Αθήνας το δικαίωμα να συμμετέχουν στις συζητήσεις  πάνω στα πολιτικά θέματα, ενώ δεν τους επιτρέπεται να παρεμβαίνουν σε τεχνικά ζητήματα.
  3. Κατά τον Πρωταγόρα, η λύση του προβλήματος , αν  μπορούν  ή  όχι να διδάξουν οι πολιτικοί τη σοφία τους στα παιδιά τους έγκειται στο αν υπάρχει ή όχι η πολιτική αρετή σε όλους τους πολίτες ως βασική προϋπόθεση της ύπαρξης της πόλης.
  4. Η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη και η οσιότητα συναποτελούν, κατά τον Πρωταγόρα την αρετή – είναι δηλαδή μόρια της αρετής. Οι έννοιες αυτές θα δώσουν αφορμή στο Σωκράτη να υποβάλει αργότερα τη δεύτερη καίρια ερώτησή του, ώστε να αρχίσει η φιλοσοφική διερεύνηση για το περιεχόμενο της έννοιας της αρετής – κυρίως για τη σχέση των μορίων της.
  5. Ο Πρωταγόρας επανέρχεται στο προηγούμενο συμπέρασμά του ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν συμμετοχή στην αρετή και η μέθεξη αυτή αποτελεί όρο απαραίτητο <για την ύπαρξη μιας πόλης. Αν όμως κάποιος, όποιος και αν είναι στερείται από αυτή τη μέθεξη είναι ανάγκη να τον διδάσκουμε και να τον τιμωρούμε  ακόμη, ώσπου να την αποκτήσει. Όποιος όμως είναι ανεπίδεκτος στη συμμετοχή της αρετής, παρ’ ότι υποβάλλεται σε διδασκαλίες και τιμωρίες αυτός πρέπει να αποβάλλεται από το σώμα της πολιτείας και να θανατώνεται.
  6. Αν παραδεχτούμε πως οι άξιοι άντρες μαθαίνουν στα παιδιά του όλα τα άλλα και παραμελούν να τους διδάξουν την αρετή που είναι το βασικότερο, είναι ολοφάνερο πως η συμπεριφορά τους αυτή είναι πράγματι περίεργη και ανεξήγητη. Ο Πρωταγόρας δηλαδή προσπαθεί να βγάλει το συμπέρασμα ότι οι άξιοι άνθρωποι είναι αδύνατο να σκεφτούμε ότι δεν μαθαίνουν στα παιδιά τους την αρετή – γιατί τότε τι είδους «αγαθοί άνδρες» θα ήταν; Το σκεπτικό του όμως δε φαίνεται πειστικό.
  7. Συλλογισμός  a minore ad maius  (εκ του ελάσσονος προς το μείζον) σύμφωνα με το οποίο, αφού οι άξιοι άνδρες διδάσκουν στα παιδιά τους  τα λιγότερο σπουδαία θα διδάσκουν οπωσδήποτε και τα περισσότερα σπουδαία/
  8.  Οι εξοντωτικές τιμωρίες που επιβάλλονταν για πολιτικά ιδίως αδικήματα ήταν: θανάτωση,  εξορία, αφαίρεση πολιτικών δικαιωμάτων, δήμευση περιουσίας, κατεδάφιση σπιτιού. Με το οικων ανατροπαί εννοείται ο ξεριζωμός, το ξεθεμελίωμα της γενιά που συνεπάγεται μια βαριά τιμωρία – ιδίως η εξορία εφ’ όρου ζωής μιας ολόκληρης οικογένειας/                                                   σωρεία εξουθενωτικών ποινών επιβλήθηκε στο ρήτορα και πολιτικό Αντιφώντα το 411π.Χ., γιατί πρωτοστάτησε στην πολιτειακή εκτροπή του έτους εκείνου. Ο Αντιφών καταδικάστηκε ως προδότης σε θάνατο, απαγορεύτηκε η ταφή του στην Αττική, δημεύτηκε η περιουσία του , κατεδαφίστηκε το σπίτι του και οι απόγονοί του στερήθηκαν των πολιτικών τους δικαιωμάτων.
  9. Εμφανής είναι η υπερένταση στα λόγια αυτά του Πρωταγόρα: «θέλουμε δε θέλουμε, και εάν αδυνατούμε να το αποδείξουμε, είμαστε υποχρεωμένοι να το παραδεχτούμε».                                                                                                                   Η επιχειρηματολογία του Πρωταγόρα παρουσιάζεται λογικά αδύνατη για τους ακόλουθους λόγους:                                                                                                                                  α) Με όσα λέει ο σοφιστής για να αντιμετωπίσει το Σωκράτη δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι προβάλλει κάποιο αξιόλογο αποδεικτικό στοιχείο – απλώς μόνο εκφράζει την απορία του πώς είναι δυνατόν οι άξιοι άντρες να διδάσκουν στα παιδιά τους μικρότερης σημασίας πράγματα και όχι την πολιτική αρετή, η παραμέληση της οποίας επισύρει ακόμη και την ποινή του θανάτου.                                                                                                                                                    β) Ο Πρωταγόρας δε δηλώνει τι πραγματικά συμβαίνει αλλά τι πρέπει και τι δεν πρέπει να συμβαίνει – πράγμα δηλαδή που είναι ευκταίο βέβαια όχι όμως λογικά και ουσιαστικά επακόλουθο μια πραγματικότητας.                                                                   γ) Τη διδασκαλία της πολιτικής αρετής των άξιων πολιτικών  προς τα παιδιά τους τη θεωρεί κατά κάποιο τρόπο γεγονός συνεπαγόμενο από τις επικρεμάμενες  αυστηρές ποινές  που έχει θεσπίσει η πολιτεία σε όσους παραμελούν την αρετή. Είναι όμως απόλυτα έτσι;
  10. Στην αρχαία Αθήνα η εκπαίδευση  των παιδιών άρχιζε συνήθως από το 6ο  ή από το 7ο έτους της ηλικίας τους.
  11. Η παραμάνα (τροφός) βοηθούσε τη μητέρα στην ανατροφή των παιδιών κατά την προσχολική ηλικία. Ειδικότερα, η γυναίκα που αναλάμβανε το θηλασμό λεγόταν τίτθη, ενώ εκείνη που φρόντιζε το παιδί κατά την προσχολική και μετασχολική ηλικία λεγόταν τροφός ή τιθήνη. Οι γυναίκες αυτές ήταν συνήθως δούλες ή φτωχές ελεύθερες.
  12. Ήταν κατά κανόνα δούλος που συνόδευε το παιδί στο σχολείο, στους περιπάτους κ.τ.λ.. Ο παιδαγωγός  συμβούλευε και βοηθούσε το παιδί σε κάθε περίπτωση και πρόσεχε τη συμπεριφορά του, τις συναναστροφές του και όλη γενικά τη ζωή του. Όχι σπάνια τιμωρούσε το παιδί με ξυλοδαρμό και άλλους τρόπους για διόρθωση και φρονηματισμό. Ευνόητο είναι ότι παιδαγωγούς είχαν μόνο οι εύποροι Αθηναίοι.
  13. Εύστοχη παρομοίωση όχι μόνο ετυμολογικά αλλά και αναφορικά με το παιδαγωγικό περιεχόμενο. Στην παιδαγωγική διαδικασία υιοθετείται επίσημα η τιμωρία, η οποία μπορεί να είναι πολύ σκληρή. Φυσικά, και η τιμωρία υπηρετεί τον ίδιο σκοπό: Την αποτροπή του σφάλματος και γενικότερα τη διόρθωση και βελτίωση των παιδιών.
  14. Στους δασκάλους έστελναν οι Αθηναίοι τα παιδιά τους από το 6ο ή το 7ο έτος της ηλικίας τους. Οι δάσκαλοι της βαθμίδας αυτής ήταν:                                                                                                  
  Ο γραμματιστής à                                                                                                
Δίδασκε ανάγνωση, γραφή, αριθμητική και φρόντιζε για την ηθική τους διαπαιδαγώγηση
  Ο κιθαριστής à

Δίδασκε μουσική
  Ο παιδοτρίβης à

Ήταν ο γυμναστής
Ο γραμματιστής και ο κιθαριστής δίδασκαν στα διδασκαλεία, ενώ ο παιδοτρίβης στις παλαίστρες (περίφρακτα γήπεδα). Την ανώτερη βαθμίδα της εκπαίδευσης είχαν αναλάβει οι σοφιστές, οι φιλόσοφοι και οι ρητοροδιδάσκαλοι. Οι έφηβοι επίσης ασκούνταν στα δημόσια γυμναστήρια, τα γυμνάσια.
  1. Κύριος σκοπός της αγωγής ήταν η ευκοσμία, δηλαδή η αρετή ( η ηθική προσωπικότητα) και όχι τόσο οι ειδικές γνώσεις. Αυτό παρουσιάζεται ως απαίτηση των γονέων, ενώ οι ίδιοι οι δάσκαλοι φροντίζουν και για τα δύο.
  2. Προφανώς η μελέτη της λογοτεχνίας είχε ηθικοδιδακτικό σκοπό. Από τα ποιήματα οι μαθητές αντλούσαν συμβουλές και διδάγματα. Εξάλλου, εκεί  διάβαζαν ιστορίες που περιείχαν εγκώμια για σπουδαίους  άντρες, πράγμα που έκανε τα παιδιά να θέλουν να μιμηθούν αυτά τα πρότυπα.
  3. Είναι προφανές ότι την αγωγή και την παιδεία των νέων επισφραγίζει η πολιτεία με τους νόμους που υποχρεώνει όλους τους πολίτες να μαθαίνουν και να ρυθμίζουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις επιταγές τους.
  4. Όπως δηλαδή ο μεθοδικός δάσκαλος της γραφής χαράζει στην πλάκα ευθείες γραμμές και με αυτό τον τρόπο βοηθάει το παιδί φέρνει το κοντύλι του εκεί, όπου αυτές οδηγούν έτσι ακριβώς και η πολιτεία οριοθετεί τη συμπεριφορά των νέων, αφού πρώτα θεσμοθετήσει  νόμους παλαιών και έμπειρων νομοθετών. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν σχεδόν κοινή πεποίθηση ότι ο καλύτερος τρόπος διαπαιδαγώγησης των νέων και όλων των πολιτών ήταν οι καλοί νόμοι.
  5. Κάθε δημόσιος λειτουργός στην Αθήνα μόλις τελείωνε ο χρόνος της εξουσίας του ήταν υποχρεωμένος να λογοδοτήσει για τις πράξεις και ενέργειές του ενώπιον ειδικών ελεγκτών του κράτους. Η λογοδοσία αυτή λεγόταν «ευθυναι». Η ίδια αυτή λέξη απέδιδε και την τιμωρία που επιβαλλόταν στον απερχόμενο άρχοντα, αν είχε εκτελέσει πλημμελώς την υπηρεσία του ή είχε κάνει κατάχρηση της εξουσίας του.
  6. Σχήμα υποφοράς-ανθυποφοράς: Ο σοφιστής με αυτή την ερώτηση και απάντηση διατρανώνει την πεποίθησή του πως η αρετή είναι διδακτή και πως έχει κάμψει εντελώς κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του συνομιλητή του.

ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
1}Απάντηση με « λόγο» στο επιχείρημα απορία του Σωκράτη για την αδυναμία των σόφων ανδρών να βελτιώσουν τα παιδιά τους στην αρετή .
2}Επιχείρημα για την ανάγκη να συμμετέχουν όλοι στη δικαιοσύνη , στη σωφροσύνη και στο όσιον {δηλαδή στην ανδρός αρετήν }
3} Επιχείρημα για την ανάγκη να χρησιμοποιείται η διδασκαλία και η τιμωρία , ωσότου βελτιωθεί αυτός που συμμετέχει στην αρετή .
4} Επιχείρημα για την ανάγκη να εξορίζεται από την πόλη ή να θανατώνεται ως ανίατος όποιος δε συμμετέχει στην αρετή παρά τη διδασκαλία που του έγινε .
5} Συμπέρασμα  - θα ήταν αδύνατο να πιστέψει κανείς ότι οι σοφοί άνδρες διδάσκουν στα παιδιά τους όλα τα άλλα και όχι την αρετή , που η μη απόκτηση της επιφέρει συνολική καταστροφή { συλλογισμός εκ του ελάσσονος προς το μειζον}
6} Συνοπτική παρουσίαση του εκπαιδευτικού συστήματος της Αθήνας κατά τον 5ο αι π.χ
7} Οι βαθμίδες , οι βασικοί φορείς της αγωγής , η φιλοσοφία του συστήματος ,οι επιμέρους στόχοι και τα εκπαιδευτικά μέσα .


8} Η παρέμβαση της πολιτείας για την εκμάθηση και τήρηση των νόμων από τους νέους και για την συμμόρφωση των αρχόντων προς αυτό .
9} Συμπέρασμα – αφού καταβάλλεται τόσο μεγάλη προσπάθεια για την αρετή στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα θα ήταν παράδοξο να μη θεωρούμε διδακτή την αρετή

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ
Χρησιμοποιεί υποθετικές προτάσεις με ρητορικό χαρακτήρα  για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυθαίρετα που αυτός θέλει .    
Α] αν υπάρχει η πολιτική αρετή
Β] αν πρέπει να μετέχουν σε αυτή οι πολίτες
Γ] αν αυτός που δε συμμετέχει σε αυτή πρέπει να τιμωρείται
Δ] αν αυτόν που δε συμμορφώνεται  πρέπει να τον εξορίζουν ή να τον θανατώνουν
Ε] αν οι πολιτικοί διδάσκουν στα παιδιά τους τα λιγότερο σημαντικά μαθήματα
ΤΟΤΕ θα διδάσκουν στα παιδιά τους και τα περισσότερο σπουδαία , δηλαδή την πολιτική αρετή [ λιγότερο σημαντικό σημαντικότερο ] . Τη διδασκαλία της πολιτικής αρετής από τους πολιτικούς στους γιούς ο Πρωταγόρας τη θεωρεί ως αναγκαιότητα που ξεπηδά από την αυστηρή τιμωρία που επιβάλλει η πολιτεία σε όσους παραμελούν την πολιτική αρετή , που είναι η πιο βασική προϋπόθεση για να υπάρχει μια πολιτεία . Η επιχειρηματολογία δεν είναι πειστική αφού συγχέει το είναι με το πρέπει

Τα επιχειρήματά του


              I.      Όλοι στην Αθήνα νουθετούν και διδάσκουν τα παιδιά τους είτε οι ίδιοι είτε μέσω άλλων προσώπων
           II.      Κυριότερη επιδίωξή τους είναι να τους παράσχουν ηθικο-πολιτική αγωγή
         III.      Η ίδια η πόλη με τους νόμους της αποβαίνει εστία διαπαιδαγώγησης και φρονηματισμού

Αφού λοιπόν στην Αθήνα όλοι συνεργάζονται για τη διδασκαλία της αρετής, θα ήταν αδιανόητο για τον Πρωταγόρα να ισχυριστούμε ότι η αρετή δεν είναι διδακτή. Αλλά το ότι καταβάλλεται φροντίδα και επιμέλεια για την αρετή δεν είναι απόδειξη ότι οπωσδήποτε μπορεί να διδαχτεί. . Το συμπέρασμα του μοιάζει με εκείνο του στωικού Τιμοκλέα  στο Λουκιανό << ει εισι βωμοι , εισι και θεοί >>
Πολλές όμως θέσεις του Πρωταγόρα είναι ορθές :
Α] Η πίστη στο μορφώσιμο του ανθρώπου αποτελεί γνώμη κοινή και σύμφωνη με το δημοκρατικό πνεύμα .
Β] Πίστη στην προληπτική φύση της τιμωρίας σε αντίθεση με την παλιά αιτιολογική αντίληψη της ποινής ως ανταπόδοσης στο αδίκημα .Η άποψη αυτή του Πρωταγόρα  τον τοποθετεί ανάμεσα στους ιδρυτές του πονικού δικαίου .
Γ] Γενική πεποίθηση των σοφιστών ότι στην απόκτηση της αρετής συμβάλλουν τρεις παράγοντες : διδαχή , φυσική προδιάθεση , και ο εθισμός .
Δ] Διανομή αιδούς και δίκης : ο Πρωταγόρας θεμελιώνει την πολιτεία πάνω σε πνευματικές και ηθικές βάσεις .



Εκπαιδευτικό σύστημα Αθήνας 5ου αιώνα

Φορείς:    1. οικογένεια: γονείς, τροφοί, παιδαγωγοί
                2. διδάσκαλοι, κιθαριστές, παιδοτρίβες (σχολείο)
                3. η πόλη με τους νόμους της

Μέσα αγωγής:    1.  διδασκαλία
                                2.  παιδονομία
Η κατ’ οίκον αγωγή περιελάμβανε συμβουλές, προτροπές, απειλές, τιμωρίες. Η αγωγή στο σχολείο ήταν πνευματική – ηθική και σωματική
                                  
Μέθοδοι διδασκαλίας: κυρίως η απομνημόνευση

Παιδονομικά μέτρα:   1. προληπτικά   (νουθεσίες, παραδείγματα)
                                                   2. αποτρεπτικά  (απειλές, τιμωρίες)

Στόχοι της αγωγής:  
                  -     να γίνουν καλοί καγαθοί πολίτες
-         να γίνουν δυνατώτατοι λέγειν και πράττειν
-         να γίνουν ικανοί άρχειν και άρχεσθαι
Τα παραπάνω αφορούν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Την τριτοβάθμια εκπαίδευση είχαν αναλάβει οι φιλόσοφοι, οι σοφιστές και ρητοροδιδάσκαλοι.

Η περιγραφή του Πρωταγόρα

ü      Είναι συνοπτική αλλά και περιεκτική, αφού μας ενημερώνει ικανοποιητικά για το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας του 5ου
ü      Με προσοχή και ακρίβεια επισημαίνει τις συγκεκριμένες παιδαγωγικές λειτουργίες με τις οποίες πραγματώνεται το ηθικό – πολιτικό ιδεώδες της Αθήνας.
ü      Είναι εναργής , παραστατική και γλαφυρή


ΒΑΘΜΙΔΕΣ                  
ΣΤΟΧΟΙ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ
ΜΕΣΑ
προσχολική
Βελτίωση του παιδιού

Διδασκαλία  συμβουλές, απειλές ξυλοδαρμός
Σχολική
(διδασκαλεία)
α/θμια
β/θμια
Ευκοσμία {σωστή συμπεριφορά }υγιές σώμα  και καλλιεργημένο          πνεύμα – ικανότητα λόγου       ικανότητα πράξης     ικανότητα στο <<άρχειν >> και  <<άρχεσθαι >>
Γραφή                         ανάγνωση                        ποίηση                               μουσική                            γυμναστική                    
Αποστήθιση                    παραδείγματα             
Προβολή προτύπων –τιμωρίες
Ανώτερη {σοφιστές}
Ευβουλία : ορθή κρίση για ζητήματα ιδιωτικού και δημοσίου βίου + ρητορική ικανότητα →ρητορική δεινότητα

Διδασκαλία άσκηση


Α] ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ : μέχρι το 7ο έτος της ηλικίας
Β] ΣΧΟΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ : μέχρι το 18ο ή το 20ο έτος
Γ] ΤΕΛΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ ΑΓΩΓΗΣ : μετά το 20ο έτος




Πρωταγόρας 6η ενότητα

ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΛΑΓΚΑΔΑ
ΕΝΟΤΗΤΑ 6

η παιδευτική σημασία της τιμωρίας ως απόδειξη του διδακτού της αρετής

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Σε αυτή την περίπτωση ο καθένας θυμώνει με τον καθένα και τον συμβουλεύει , επειδή κατά τη γνώμη του η αρετή αποκτιέται ολοφάνερα με επιμέλεια και μάθηση ,αν πράγματι θέλεις Σωκράτη , να καταλάβεις τι σημαίνει επιτέλους το να τιμωρεί κανείς αυτούς που αδικούν , αυτό το ίδιο θα σε διδάξει ότι οι άνθρωποι βέβαια πιστεύουν πως η αρετή είναι κάτι που μπορεί να αποκτηθεί .Γιατί κανένας δεν τιμωρεί αυτούς που αδικούν έχοντας το νου του σε αυτό και εξαιτίας αυτού , δηλαδή  εξαιτίας του ότι κάποιος αδίκησε , εκτός αν κάποιος εκδικείται ασυλλόγιστα , όπως ακριβώς ένα θηρίο και αυτός που επιχειρεί να τιμωρεί σύμφωνα με τη λογική δεν παίρνει εκδίκηση για το αδίκημα που έχει διαπραχθεί – γιατί αυτό που διαπράχθηκε δε θα μπορούσε βέβαια να το κάνει να μην έχει γίνει – αλλά για το μέλλον δηλαδή για να μην αδικήσει ξανά ούτε αυτός ο ίδιος που αδίκησε ούτε κανένας άλλος , που είδε ότι αυτός τιμωρήθηκε και αφού κάνει τέτοιες σκέψεις πιστεύει ότι είναι δυνατόν να διδαχτεί η αρετή βέβαια τιμωρεί για να αποτραπεί επανάληψη της αδικίας .Αυτή λοιπόν τη γνώμη έχουν όλοι όσοι ακριβώς επιβάλλουν τιμωρίες και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή και τιμωρούν για εκδίκηση και για σωφρονισμό όποιους νομίζουν ότι αδικούν και οι άλλοι άνθρωποι και προπαντός οι Αθηναίοι , οι συμπολίτες σου , επομένως σύμφωνα με αυτές τις σκέψεις και οι Αθηναίοι είναι από αυτούς που πιστεύουν ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί και να διδαχτεί . Ότι λοιπόν δικαιολογημένα δέχονται οι συμπολίτες σου και τον χαλκιά και τον τσαγκάρη να δίνει συμβουλές για τα πολιτικά και ότι νομίζουν πως η αρετή μπορεί να διδαχτεί και να αποκτηθεί , σου το έχω αποδείξει ,Σωκράτη ,ικανοποιητικά όπως τουλάχιστον μου φαίνεται.



  1. Στην προκειμένη περίπτωση η ποινή έχει σωφρονιστικό και όχι κατασταλτικό, εκδικητικό σκοπό. Η θέση αυτή του Πρωταγόρα αποτελεί πράγματι ρηξικέλευθη καινοτομία για την εποχή του , δεδομένου ότι η τιμωρία θεωρείται κατά την κοινή αντίληψη ως ανταπόδοση για την αδικία ή το έγκλημα που διαπράχθηκε. Ο Πρωταγόρας δίνει προφανώς παιδαγωγικό- τελεολογικό περιεχόμενο στο γεγονός της τιμωρίας – κάτι που στα νεότερα χρόνια έχει αναχθεί σε ένα είδος επιστημονικής αρχής.
  2. Η τιμωρία δηλαδή επιβάλλεται για να μην επαναληφθεί και στο μέλλον η παρανομία. Με άλλα λόγια , για να συνετιστεί ο άδικος και να παραδειγματιστούν οι υπόλοιποι.
  3. Η ποινή δηλαδή επιβάλλεται ως μέσο διορθωτικό και ποτέ για λόγους αντεκδίκησης και τυφλής σκληρότητας
  4. )(ιδία) για παράδειγμα οι γονείς στα παιδιά τους, οι δάσκαλοι στους μαθητές.        (δημοσία) για παράδειγμα τα διάφορα δικαστήρια
  5. Ο Πρωταγόρας αναφέρεται στους συμπολίτες του Σωκράτη με έναν τόνο αυταρέσκειας και έπαρσης. Η επιχειρηματολογία του βρίσκει ερείσματα στην ίδια την Αθήνα, την πατρίδα του συνομιλητή του, πώς είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί.
  6. Στο σημείο αυτό ο Πρωταγόρας υπογραμμίζει πως και οι Αθηναίοι ανήκουν σε εκείνους που πιστεύουν ότι η αρετή είναι αντικείμενο προετοιμασίας και διδαχής.
  7. Προφανώς ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί τις λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει ο Σωκράτης προηγουμένως.
  8. Εδώ ο Πρωταγόρας δηλώνει με έμφαση ότι έχει αποδείξει και μάλιστα ικανοποιητικά στο Σωκράτη πως η αρετή είναι διδακτή.



Πρωταγόρας 5η ενότητα

ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΛΑΓΚΑΔΑ
ΕΝΟΤΗΤΑ 5

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΡΕΤΗ: Κοινή Ιδιότητα όλων των ανθρώπων

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Και για να μη νομίζεις  ότι εξαπατάσαι ως προς το ότι όλοι οι άνθρωποι πράγματι νομίζουν ότι κάθε άνδρας συμμετέχει και στη δικαιοσύνη και σε (κάθε) άλλη πολιτική αρετή, πάρε πάλι το εξής ως απόδειξη: στις άλλες δηλαδή ικανότητες όπως ακριβώς λες εσύ, αν κάποιος ισχυρίζεται ότι είναι ικανός αυλητής ή σε οποιαδήποτε άλλη τέχνη, στην οποία δεν είναι ή τον περιγελούν ή θυμώνουν μαζί του και οι δικοί του πλησιάζοντάς τον προσπαθούν να τον συμβουλεύουν σαν να είναι τρελός. Στη δικαιοσύνη όμως, και στην άλλη πολιτική αρετή και αν ακόμη ξέρουν για κάποιον ότι είναι άδικος, αν αυτός ίδιος λέει την αλήθεια; Εναντίον του εαυτού του μπροστά σε πολλούς άλλους, πράγμα το οποίο θεωρούσαν στην πρώτη περίπτωση ότι  είναι σωφροσύνη, το να λέει δηλαδή κανείς την αλήθεια, στη δεύτερη περίπτωση το θεωρούν τρέλα και ισχυρίζονται ότι πρέπει όλοι να λένε ότι είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε όχι, ειδεμή ότι είναι παράφρων αυτός που δεν προσεταιρίζεται /έχει κτήμα του τη δικαιοσύνη. Καθόσον είναι ανάγκη ο καθένας χωρίς εξαίρεση να συμμετέχει οπωσδήποτε σε αυτήν, διαφορετικά να μην συγκαταλέγεται ανάμεσα στους ανθρώπους.
Ότι λοιπόν εύλογα δέχονται κάθε άνθρωπο ως σύμβουλο γι’ αυτήν την αρετή, επειδή πιστεύουν ότι όλοι έχουν συμμετοχή σε αυτή, αυτά τα επιχειρήματα φέρνω/ αυτά υποστηρίζω: Ότι όμως νομίζουν ότι αυτή δεν είναι έμφυτη ούτε από κάποια τυχαία αιτία, αλλά ότι μπορεί να διδαχθεί και ότι γίνεται κτήμα ύστερα από φροντίδες σε όποιον γίνεται κτήμα, αυτό θα προσπαθήσω στη συνέχεια να αποδείξω. Γιατί, για όσα ελαττώματα οι άνθρωποι πιστεύουν ο ένας για τον άλλο, ότι τα έχουν από τη φύση ή την τύχη, κανείς δεν οργίζεται ούτε συμβουλεύει ούτε διδάσκει/συνετίζει ούτε τιμωρεί όσους έχουν αυτά για να μην είναι τέτοιοι, αλλά τους ευσπλαχνίζονται: για παράδειγμα τους άσχημους ή τους μικρόσωμους ή τους αδύναμους ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε να προσπαθεί να τους κάνει κάτι από αυτά; Γιατί ξέρουν, νομίζω, ότι αυτά από τη φύση και την τύχη συμβαίνουν στους ανθρώπους, τα προτερήματα δηλαδή και τα αντίθετά τους. Όσα όμως προτερήματα  πιστεύουν ότι συμβαίνουν στους ανθρώπους με φροντίδα και με εξάσκηση και με διδασκαλία, αν κάποιος δεν τα έχει αυτά, αλλά τα αντίθετά τους ελαττώματα, σ’ αυτές τις περιπτώσεις προκαλούνται  κατά τη γνώμη μου και οι θυμοί και οι τιμωρίες και οι συμβουλές. Από αυτά ένα είναι και η αδικία και η ασέβεια και γενικά καθετί το αντίθετο προς την πολιτική αρετή.


  1. Το επιχείρημα του Πρωταγόρα εδώ στηρίζεται στην κοινή αντίληψη, δεν το θεμελιώνει λογικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει ουσιαστική αντικειμενική βάση. Εξάλλου ακολουθεί εμπειρική απόδειξη που αρχίζει με τη λέξη «τεκμήριο». Έτσι προσκομίζει μια εμπειρική απόδειξη, για να πείσει το Σωκράτη ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν συμμετοχή στη δικαιοσύνη και στην άλλη πολιτική αρετή. Η συνύπαρξη των ανθρώπων είναι αδιανόητη αν δεν διαθέτουν όλοι την πολιτική αρετή.
  2. Κάτι που προαναφέρθηκε τονίζεται και πάλι εδώ. Οι Αθηναίοι δηλαδή χλευάζουν και αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη οργή κάθε άνθρωπο που διατείνεται λόγου χάρη ότι είναι επιδέξιος αυλητής ή κάτοχος κάποιας άλλης τέχνης, ενώ δεν είναι.                                      Στην Αθήνα, όταν κάποιος ισχυριστεί ότι είναι ειδικός σε κάποια τέχνη ενώ δεν είναι, τον θεωρούn ανισόρροπο και τον κοροϊδεύουν. Όταν  επίσης κάποιος πει ότι είναι άνθρωπος στερημένος ηθικών αρετών, τον βλέπουν σαν τρελό και δεν πιστεύουν σε αυτό που λέει. Αυτό συμβαίνει γιατί ο καθένας έχει την πεποίθηση ότι οι ηθικές αρετές υπάρχουν σε όλους.
  3. Ο Πρωταγόρας δε φαίνεται να εγκρίνει την προσποίηση και την υποκρισία, το να προσποιείται κάποιος τον δίκαιο, ενώ στην πραγματικότητα είναι άδικος. Αναφέρεται στη γενική απαίτηση να αναγνωρίζουν όλοι τη σπουδαιότητα και αναγκαιότητα της δικαιοσύνης και να μην την απορρίπτει κανείς φανερά. Ακόμη και ο άδικος πρέπει να έχει κάποια σχέση με τη δικαιοσύνη, να δείχνει ότι σέβεται τη δικαιοσύνη. Η προσποίηση της δικαιοσύνης δείχνει ακριβώς ότι  και όποιος την παραβιάζει δεν έχει θάρρος να την αποκηρύξει, γιατί η δικαιοσύνη έχει βαθιές ρίζες στη συνείδηση των ανθρώπων και η πίστη στην αξία και την αναγκαιότητά της είναι καθολική. Μόνον ένας τρελός θα απέρριπτε συνειδητά και προκλητικά την ιδέα της δικαιοσύνης.                                                        Παρατηρούμε ότι ο Πρωταγόρας σε όλη την ανάλυση της άποψης για την καθολικότητα της αρετής, καθώς προσπαθεί να αποδείξει ότι την αρετή την έχουν όλοι, καταλήγει στο ότι πρέπει να την έχουν όλοι,  είναι ανάγκη να την έχουν όλοι. Μάλιστα εδώ ξεφεύγει πολύ. Πρέπει να δείχνουν ότι την έχουν όλοι.
  4. συγκρίνοντας την τιμωρία αυτή με τη θανάτωση που προτάθηκε παραπάνω (κτείνειν ως νόσον πόλεως) επισημαίνουμε ότι είναι ζήτημα αν είναι ελαφρότερη, δεδομένης της σημασίας που έχει για τον άνθρωπο η κοινωνική ζωή. Ειδικότερα για την εποχή εκείνη, η εξορία θεωρούνταν ισοδύναμη ή και βαρύτερη από το θάνατο. Αν με την πρώτη ματιά φαίνεται παράδοξο να θεωρείται η εξορία ποινή βαρύτερη από τη θανατική, πρέπει να ληφθεί υπόψη η σπουδαιότητα της πατρίδας και της οικογένειας για τον αρχαίο άνθρωπο και κατά συνέπεια το τι σήμαινε για τον εξόριστο να ζει το μαρτύριο της στέρησης αυτών των αγαθών πολύ περισσότερο, όταν επρόκειτο για ισόβια εξορία – είναι όχι μόνο ανισοβαρείς αλλά και διαμετρικά αντίθετες, αφού ο θάνατος συνιστά το τέλος της ζωής ενώ η εξορία υπόσχεται τη συνέχισή της. Αυτό αποδεικνύει το πόσο μεγάλη σημασία απέδιδαν οι αρχαίοι στο βαθμό και στην ποιότητα αποδοχής του ατόμου από την υπόλοιπη κοινωνική ομάδα, αφού θεωρούσαν την εξορία ως ηθικό, πολιτικό και κοινωνικό θάνατο και εκείνος που εξοριζόταν σε ξένες χώρες παράδερνε «άφιλος» και «ανέστιος».
  5. Υπάρχει φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο συλλογισμό αυτό και στη διήγηση του μύθου των προηγούμενων ενοτήτων. Μέσω αυτού απέδειξε ο Δίας, για να διασώσει το ανθρώπινο γένος μοίρασε την αιδώ και τη δίκη, άρα έδωσε σε όλους την πολιτική αρετή. Σύμφωνα με το μύθο όμως ο θεός έδωσε  στους ανθρώπους την αιδώ και τη δίκη όχι τη στιγμή κατά την οποία τους δημιούργησε αλλά αργότερα. Επομένως,                                                                                      α) η αρετή δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο,                                                           β)       ο Δίας δεν μπορεί να εξασφαλίσει την καθολικότητα των δύο αρετών (αιδώς-δίκη) στους ανθρώπους, αφού αυτές δεν αποτελούσαν μέρος της αρχικής τους φύσης. Χρειάζεται επομένως η διδασκαλία. Δεν υπάρχει αντίφαση αν με τις λέξεις «Δία» και «φύσει» εννοήσουμε την προδιάθεση (το «δυνάμει» με τη διατύπωση του  Αριστοτέλη) που μετατρέπει σε «ενεργεία» με τη διδασκαλία. Επομένως, πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα δώρα του Δία τα έχουν οι άνθρωποι «δυνάμει», έχουν δηλαδή δοσμένη από το Δία όχι την ίδια την αρετή, αλλά τη δυνατότητα για απόκτησή της.
  6. Στην 4η ενότητα ο Πρωταγόρας είχε μιλήσει για θεϊκή προέλευση της αιδούς και της δίκης. Εδώ όμως αποστασιοποιείται καθαρά από θεοκρατικές ερμηνείες. Ο Πρωταγόρας δέχεται την ύπαρξη τελολογικής αρχής στη φύση. Για το σοφιστή υπάρχει βέβαια σκοπιμότητα στη φύση, όχι όμως απεριόριστη, γιατί έχουμε και τον παράγοντα τύχη, τον αστάθμητο παράγοντα. Και η περιορισμένη αυτή σκοπιμότητα δεν εκπηγάζει από τη θεία πρόνοια για την επίτευξη προκαθορισμένων στόχων αλλά φέρεται εκπορευόμενη από μια μηχανιστική αιτιοκρατία, αυτοτελή και ανεξάρτητη. Πουθενά δε γίνεται λόγος για παρουσία και επέμβαση θείου.
  7. τα ρήματα έντεχνα δοσμένα ακολουθούν την ανιούσα κλίμακα, καθώς ξεκινούν από την ηπιότερη αντίδραση προς την αυστηρότερη (κλίμαξ του μείζονα).
  8. τα τρία αυτά επίθετα συμπυκνώνουν την αντίληψη του Πρωταγόρα για τα φυσικά ελαττώματα, τις φυσικές ελλείψεις. Για τους αρχαίους Έλληνες το πρότυπο της σωματικής ομορφιάς έπρεπε να συνδυάζει κάλλος και επιβλητικό παράστημα.
  9. Η επιμέλεια, η άσκηση και η διδασκαλία είναι οι τρεις βασικές μορφές αγωγής εκπαίδευσης. Σκόπιμα παραλείπεται από τον Πρωταγόρα η μίμηση, η οποία οδηγεί και σε αρνητικά αποτελέσματα και δεν εξυπηρετεί άλλωστε την παρούσα επιχειρηματολογία του σοφιστή. Η επιτυχημένη διδασκαλία λοιπόν απαιτεί από το μαθητή να διαθέτει τόσο φυσική ικανότητα και η διδασκαλία είναι συμπληρωματικά στοιχεία υποστηρίχτηκες από πολλούς.                                                                                                 Αφού, λοιπόν, η αιδώς και η δίκη αποτελούν τις προϋποθέσεις για την απόκτηση της πολιτικής αρετής και αφού οι ηθικές αυτές αξίες δεν υπάρχουν στον ίδιο βαθμό  σε όλους τους ανθρώπους ούτε μπορούν μόνες τους να οδηγήσουν στην αρετή χωρίς τη σπουδή , την άσκηση και τη διδασκαλία, είναι φανερό πως η παιδεία αποτελεί την κινητήρια εκείνη δύναμη που θα μετατρέψει τον άνθρωπο από «δυνάμει» σε «ενεργεία» πολιτικό ον.
  10. Σε αντίθεση με τα φυσικά ελαττώματα που οι άνθρωποι τα αντιμετωπίζουν με συμπάθεια και κατανόηση, η αδικία και η ασέβεια υποδηλώνουν τη σκόπιμη αμέλεια του ανθρώπου να διδαχθεί την πολιτική αρετή και γι’ αυτό επισύρουν το θυμό και τη νουθεσία. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, διότι δείχνουν ότι ο άνθρωπος αδιαφόρησε για κάτι που είχε υποχρέωση και δυνατότητα να κάνει, να μάθει και να διδαχθεί, δηλαδή τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια και τα άλλα είδη της αρετής. Η ασέβεια είναι ως προς τους θεούς το αντίστοιχο με την αδικία ως προς τους ανθρώπους. Χαρακτηριστικό είναι το ότι πολλοί φιλόσοφοι και ποιητές της Αθήνας είχαν υποστεί κατηγορίες και δίκες περί ασεβείας κατά τον 5ο π.Χ. αι. στο σημείο αυτό ο Πρωταγόρας συνεχίζει τις παραλλαγές στα συστατικά ζεύγη της αρετής, αυτή τη φορά με αντιθετικές έννοιες (αδικία και ασέβεια, αντί δικαιοσύνη και ευσέβεια).




ΠΡΩΤΟ  ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ

«ινα δε μη οιει απατασθαι … ή μη είναι εν ανθρώποις»

·        Η συλλογιστική πορεία του Πρωταγόρα
Ο Πρωτα;γόρας ξεκινά τη συλλογιστική του πορεία με την αποδεικτέα θέαη [που θα πρέπει να νοηθεί και ως συμπέρασμα]: ηγουνται πάντες άνθρωποι πάντα άνδρα μετέχειν δικαιοσύνης τε και της άλλης πολιτικής αρετης, ενώ τη θέση του αυτή θα τη στηρίξουν ουσιαστικά δυο φράσεις: α)πάντας δειν φάνει είναι δικαίους και β) αναγκαιον ουδένα οντιν’ ουχί αμως γε πως μετέχειν αυτης (δηλ. της πολιτικής αρετής). Το τεκμήριο του Πρωταγόρα δίνεται στη συνέχεια σε διαγραμματική μορφή για να γίνει ευκολότερα κατανοητλο (συμπληρώνεται με δυο φράσεις που δεν υπάρχουν στο αρχαίο κείμενο, αλλά απορρέουν από αυτό)
                 a)            Στις τέχνες: έστω ότι κάποιος δεν είναι καλός αυλητής               αν πει το αντίθετο, ότι είναι καλός αυλητής, είναι τρελός                αν πει την αλήθεια, ότί δεν είναι καλός
                 b)            δίκαιος                               
αν πει το αντίθετο, ότι είναι δίκαιος, είναι συνετός                                 αν πει την αλήθεια, ότι δεν είναι δίκαιος, είναι τρελός
επιπλέον
                 αν παριστάνει τον δίκαιο        à   είναι συνετός
                 αν δεν παριστάνει τον δίκαιο  à  είναι τρελός
Συμπέρασμα: όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι: ηγουνται πάντες ανθρωποι παντα ανδρα μετεχειν δικαιοσυνης τε και αλλης πολιτικης αρετης

Ο συλλογισμός
Αν αφαιρέσουμε τα παραδείγματα και κρατήουσμε μόνο τις καθαρές αποδεικτικές σκέψεις του Πρωταγόρα , θα προσέξουμε ότι η αποδεικτέα θέση στηρίζεται με δυο αιτιολογήσεις

  1. Η αποδεικτέα θέση                                                                                                                όλοι οι άνθρωποι νομίζουν ότι κάθε άνδρας έχει μερίδιο στξην πολιτική αρετή (ηγουνται πάντες ανθρωποι πάντα άνδρα μετέχειν  δικαιοσύνης τα και της ΄λαλης πολιτικης αρετης)
  2. Οι αιτιολογήσεις
ü      Επειδή όλοι πρέπι να ισχυρίζονται  ότι είναι δίκαιοι                                                (παντας δειν φαναι είναι δικαιους)
ü      Και επειδή είναι αναγκαίο να ε΄χει ο καθένας μερίδιο στην πολιτικήαρετή                                                                                                                                           (αναγκαιον ουδενα οντιν’  ουχι …μετεχειν αυτης)

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ως προς τη λογική ορθότητα του συλλογισμού έχουμε να παρατηρήσουμε ότι στις δυο αιτιολογήσεις υπάρχει δεοντολογική διατύπωση, η οποία όμως δεν είχε αποδεικτική ισχύ. Δεν μπορούμε να πούμε ότι «όλοι έχουν τπολιτική αρετή, επειδή όλοι πρέπει να ισχυρίζονται πως είναι δίκαιοι και επειδή είναι αναγκαίο να έχουν όλοι μερίδιο σ’  αυτή». Το ζητούμενο είναι τι συμβαίνει και όχι ιτ πρέπει να συμβαίνει . ο συλλογισμός θα ήταν λογικά ορθός, αν είχε ως συμπέρασμα τη φράση: «¨ηγουνται παντες ανθρωποι παντα ανδρα δειν μετεχειν δικαιοσυνης».

ΔΕΥΤΕΡΟ  ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ
«ότι μεν ου παντ’  ανδρα … εναντιον της πολιτικης αρετης» :

Ο συλλογισμός
1.      τα μειονεκτήματα που οφείλονται στη φύση και την τύχη δεν διορθώνονται
2.      τα ελαττώματα που δεν προέρχονται από τη φύση και την τύχη μπορούν να διορθωθούν, επιδέχονται διδασκαλία για να γίνουν προτερήματα, δηλαδή αρετές
συμπέρασμα: Η αρετή διδάσκεται

Κριτική

Η απόδειξη αυτή του Πρωταγόρα δεν είναι πειστική, επειδή η αποδεικτέα θέση χρησιμοποιείται παράλληλα και ως αποδεικτικό επιχείρημα. Δηλαδή η βασική φράση που χρησιμοποιείται για την απόδειξη του διδακτού της αρετής (οσα δε εξ επιμελειας και ασκησεως και διδαχης οιονται γιγνεσθαι αγαθα ανθρωποις) είναι η ίδια η αποδεικτέα θέση: πρέπει δηλαδή να αποδειχτεί ότι αυτές οι επιμέρους αρετές, «εξ επιμελειας και ασκησεως και διδαχης γιγνονται ανθρωποις». Αυτός ο τρόπος απόδειξης είναι ένα είδος σοφίσματος που λέγεται «ληψις του ζητουμένου».

Ο Πρωταγόρας αποδεικνύει τι πιστεύουν οι άνθρωποι γενικά και βέβαια δίνει τις δικές του θέσεις μέσω των ανθρώπων.
Η ευστάθεια του επιχειρήματος προϋποθέτει επίσης σαφή διάκριση ανάμεσα στο φυσικό και στο επίκτητο κάτι που δε γίνεται εύκολα, λ.χ. η  σωματική ασχήμια και καχεξία μπορεί να είναι ταυτόχρονα προϊόν φυσικής προδιάθεσης και κακών επιλογών. 

Πρωταγόρας 4η ενότητα




 ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΛΑΓΚΑΔΑ
ΕΝΟΤΗΤΑ 4



ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Αφού λοιπόν ο άνθρωπος πήρε μέρος στη θεική φύση, πρώτα αυτός μόνο από τα ζωντανά πλάσματα πίστεψε σε θεούς εξαιτίας της συγγένειας με το θεό και προσπαθούσε να κάνει βωμούς και αγάλματα θεών. Ύστερα με την τέχνη του γρήγορα ανακάλυψε/σχημάτισε έναρθρη λαλιά/φθόγγους και λέξεις και βρήκε κατοικίες και ενδύματα και υποδήματα και στρώματα και τις τροφές από τη γη. Οι άνθρωποι λοιπόν έτσι εφοδιασμένοι στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένα, πόλεις όμως δεν υπήρχαν: εξοντώνονταν λοιπόν από τα  θηρία  εξαιτίας του ότι από κάθε άποψη ήταν πιο αδύναμοι από αυτά και οι τεχνικές γνώσεις τους βοηθούσαν βέβαια αρκετά για την τροφή/για την ανεύρεση τροφής, (ήταν) όμως ανεπαρκείς για τον πόλεμο με τα θηρία-γιατί δεν είχαν ακόμη την τέχνη για την οργάνωση μιας πολιτείας, της οποίας μέρος (είναι) η πολεμική τέχνη, ένιωθαν λοιπόν την ανάγκη να συγκεντρώνονται και να εξασφαλίζουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις: όσες φορές λοιπόν συγκεντρώνονταν, αδικούσαν ο ένας τον άλλον, επειδή πραγματικά δεν κατείχαν την πολιτική τέχνη, με αποτέλεσμα πάλι διασκορπισμένοι να καταστρέφονται. Ο Δίας λοιπόν , επειδή φοβήθηκε για το γένος μας, μήπως χαθεί εντελώς, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους το σεβασμό(των άγραφων νόμων) και τη δικαιοσύνη για να επιβάλουν τάξη στις πόλεις και να σφυρηλατήσουν δεσμούς φιλίας. Ρωτάει λοιπόν ο Ερμής το Δία με ποιο τρόπο τέλος πάντων να δώσει τη δικαιοσύνη και το σεβασμό στους ανθρώπους: «Ποιο από τα δύο, έτσι να μοιράσω και αυτές, όπως έχουν μοιραστεί οι τέχνες, και έχουν μοιραστεί ως εξής: ένας που κατέχει την ιατρική είναι αρκετός για πολλούς απλούς πολίτες, το ίδιο και οι άλλοι τεχνίτες: έτσι λοιπόν να βάλω ανάμεσα στους ανθρώπους και τη δικαιοσύνη και το σεβασμό ή να τα μοιράσω σε όλους;», «Σε όλους», είπε ο Δίας, «και όλοι να έχουν συμμετοχή»: γιατί δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν πόλεις, αν λίγοι συμμετέχουν σε αυτά,  όπως ακριβώς στις υπόλοιπες τέχνες: και μάλιστα θέσπισε ένα νόμο εκ μέρους μου, να θανατώνουν  σαν νοσηρό στοιχείο της πόλης αυτόν που δεν μπορεί να συμμετέχει στο σεβασμό κα στη δικαιοσύνη». Έτσι, λοιπόν, Σωκράτη, και γι’ αυτούς τους λόγους και οι άλλοι και οι Αθηναίοι, όταν γίνεται συζήτηση για ζήτημα σχετικό  με την ικανότητα του αρχιτέκτονα ή για κάποια άλλη τεχνική ικανότητα, νομίζουν ότι λίγοι έχουν δικαίωμα να συμβουλεύουν , και αν κάποιος που είναι έξω από τους λίγους, δεν τον ανέχονται, όπως εσύ ισχυρίζεσαι-φυσικά (δεν τον δέχονται) όπως και εγώ υποστηρίζω- όταν όμως πηγαίνουν σε σύσκεψη για ζήτημα πολιτικής αρετής, η οποία πρέπει να διέπεται ολόκληρη από δικαιοσύνη και σωφροσύνη, εύλογα δέχονται κάθε άνθρωπο επειδή κατά τη γνώμη τους αρμόζει στον καθένα να έχει μερίδιο σε αυτή την αρετή, αλλιώς δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν πολιτείες. Αυτή , Σωκράτη, είναι η αιτία αυτού του πράγματος.







  1. Η έντεχνος σοφία σύν πυρί που απέκτησε ο άνθρωπος χάρη στην αυτοθυσία του Προμηθέα , του επέτρεψαν να δημιουργήσει τον τεχνικό πολιτισμό μεταβάλλοντας την όψη της φύσης κατά κάποιον τρόπο σαν δημιουργός-θεός. Έτσι, η γενναία αυτοθυσία του Προμηθέα έκανε τον άνθρωπο κοινωνό της θεϊκής κληρονομιάς. Η λέξη «μοίρας» αναφέρεται ειδικά στην προσφορά  της φωτιάς στο ανθρώπινο γένος, δηλ. στην «έντεχνον σοφίαν». Το «πυρ» αποτέλεσε τη βάση της δημιουργίας του πολιτισμού των ανθρώπων και η δύναμη και η επίδρασή του έχουν αναλυθεί διεξοδικά και στη φιλοσοφία του Ηράκλειτου, ο οποίος χαρακτηριστικά το αποκαλεί «αείζωον πυρ». Η μεταμορφωτική δύναμη αυτού του στοιχείου της φύσης δεν μπορούσε παρά να εκληφθεί ότι αποτελούσε αποκλειστικό κτήμα των θεών, δηλαδή στοιχείο της θεϊκής ουσίας, ένα  από τα μυστικά της δύναμής τους, ένα από τα κρυφά φονικά ένα από τα μυστικά της δύναμής τους , ένα από τα κρυφά φονικά τους όπλα. Από τη στιγμή που ο Προμηθέας την έκλεψε από τους θεούς και τη δώρισε στους ανθρώπους, ο άνθρωπος έγινε μέτοχος της θεϊκής ουσίας και δύναμης. Η φωτιά αποτελεί θεϊκό μερίδιο, γιατί την κατείχαν ως τότε μόνο οι θεοί, γιατί οι άνθρωποι την απέκτησαν με θεϊκή παρέμβαση του Προμηθέα και γιατί επιτρέποντας στον άνθρωπο να αναπτύξει πολιτισμό, του επέτρεψε κατά συνέπεια να αναγνωρίσει την ύπαρξη θεών. Η πρώτη και άμεση συνέπεια του δώρου της φωτιάς, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, είναι ακριβώς η εμφάνιση της θρησκείας.                                                                              Η τέχνη του Ηφαίστου και η σοφία της Αθηνάς μαζί με τη φωτιά αποτέλεσαν έτσι τη βασική υποδομή; και κινητήρια δύναμη της προόδου του ανθρώπινου πολιτισμού. Γι’ αυτό τα στοιχεία αυτά θεωρήθηκαν συστατικά της θεϊκής ουσίας και ένα από τα μυστικά της δύναμης των θεών.
  2. O άνθρωπος ήταν το μοναδικό ζώο που πίστεψε σε θεούς, γιατί έγινε μέτοχος στο θεϊκό δώρο του Προμηθέα. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με το μύθο, συγγένεψε πνευματικά με τους θεούς, ξεχωρίζοντας από τα υπόλοιπα θνητά γένη, από τη στιγμή που πήρε μερίδιο από τη φωτιά: έτσι, ο άνθρωπος, αφού έλαβε μέρος με τα στοιχεία αυτά στη θεϊκή ουσία, «συγγένεψε με τους θεούς», χάρη στο θεϊκό αυτό στοιχείο ο άνθρωπος ένιωσε – μόνο από όλα τα ζώα- «συγγενής» των θεών. Ένιωσε την ανάγκη να προσφέρει θυσίες πάνω σε βωμούς και να φτιάχνει αγάλματά τους. Έχουμε εδώ τις απαρχές της τέχνης που στα πρώτα βήματά της ήταν θρησκευτική.
  3. «πρωτον»: με το «πρωτον» δεν δηλώνεται χρονική ακολουθία αλλά δύο όψεις κατά τις οποίες ωφελήθηκε ο άνθρωπος από τον Προμηθέα. Δεν μπορεί να νοηθεί ότι πρώτα έφτιαξε βωμούς και αγάλματα και έπειτα επινόησε τη γλώσσα.                            
Μέσω του μύθου ο Πρωταγόρας δίνει τη δική του ερμηνεία για τη γένεση της θρησκείας. Τα διαδοχικά στάδια εξέλιξής της είναι τα εξής:
ü     Ο άνθρωπος πήρε μερίδιο από τη θεία μοίρα, δηλαδή τη φωτιά
ü    Μέσω του μεριδίου αυτού συγγένεψε με τους θεούς και συνειδητοποίησε την ανωτερότητά του σε σχέση με τα άλλα ζώα
ü    Αφού πίστεψε στους θεούς, οργάνωσε τελετουργίες και κατασκεύασε βωμούς και αγάλματα
             Η άποψη που εκφράζει εδώ ο Πρωταγόρας θεωρείται από μερικούς ερμηνευτές πλατωνική, δεδομένου ότι ο μεγάλος σοφιστής ήταν αγνωστικιστής – συνεπώς αβέβαιος ως προς την ύπαρξη των θεών. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η άποψη ότι το θρησκευτικό συναίσθημα είναι έμφυτο. Πρέπει, όμως, να έχουμε υπόψιν ότι πρόκειται  για μύθο στον οποίο η παρουσία των θεών έχει  αλληγορική έννοια. Ο Δίας είναι ο λόγος, η λογική, δηλαδή νομοτέλεια που διέπει η φύση, οι άλλοι θεοί είναι τα όργανα της νομοτέλειας, η οποία ρυθμίζει τις σχέσεις των όντων, εξισορροπεί τις ελλείψεις τους και εξασφαλίζει τα μέσα για την ικανοποίησή τους και κατ’ ακολουθίαν  για την επιβίωσή τους.                     Στο συγκεκριμένο απόσπασμα διαφαίνεται ότι ο Πρωταγόρας  ενδιαφέρεται μάλλον για την εξήγηση της γένεσης του θρησκευτικού συναισθήματος παρά για το θέμα της ύπαρξης των θεών. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρει ο W.K.Guthrie: « Από την αρχή επίσης, οι άνθρωποι έχουν μέσα τους την έμφυτη ορμή για λατρεία… ο Πρωταγόρας κατά πάσα πιθανότητα αναγνώριζε ότι η λατρεία προσιδιάζει στον άνθρωπο και ίσως είναι κάτι το απαραίτητο, χωρίς όμως και να παίρνει θέση σχετικά με την ύπαρξη του αντικειμένου της…».                                                                                                                 Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ένστικτο της πίστης και της λατρείας είναι θεμελιώδες στην ανθρώπινη φύση και η απ0όσοσή του σε θεϊκή συγγένεια δεν είναι κάτι το περίεργο σε μια αφήγηση που δίνεται σε μορφή λαϊκής μυθολογίας, για να γίνει πιο ευχάριστη.
  1. Η γλώσσα αποτέλεσε από την αρχή τον κυριότερο κώδικα επικοινωνίας των ανθρώπων και βασικό στοιχείο του πολιτισμού τους. Αυτή, ως θεμέλιο και βάση του πολιτισμού, αποτελεί και το διακριτικό γνώρισμα του ανθρώπου από τα ζώα. Ο άνθρωπος , ανώτερος από όλα τα έμψυχα όντα, κατόρθωσε να πλάσει τη γλώσσα και με τη βοήθειά της τη θρησκεία, το κράτος και όλους τους υπόλοιπους θεσμούς. Στην αρχαιότητα υπήρχαν δυο απόψεις σχετικά με τη διαμόρφωση της γλώσσας:                                                Η θεοκρατική που υποστήριζε ότι η γλώσσα δόθηκε φύσει στον άνθρωπο, δηλαδή  μόλις ο θεός έπλασε τον άνθρωπο του χάρισε αυτό το πολύτιμο δώρο. Θιασώτης αυτής της άποψης υπήρξε ο Ηρόδοτος με το πείραμα του βασιλιά των Αιγυπτίων Ψαμμήτιχου που διηγείται και αφορά δυο βρέφη που ανατράφηκαν ώσπου να γίνουν δυο ετών χωρίς να ακούνε ανθρώπινη μιλιά,  οπότε η πρώτη λέξη τους ήταν … φρυγική. Από αυτό συμπέρανε ο Ψαμμήτιχος ότι πρώτοι πλάστηκαν οι Φρύγες και όχι οι Αιγύπτιοι.               Η σοφιστική άποψη αποδεχόταν τη νόμω δημιουργία της γλώσσας, δηλαδή το πλάσιμο και τη διαμόρφωσή της από τον ίδιο τον άνθρωπο σταδιακά και με μεγάλη προσπάθεια πολλών γενεών, επιτεύχθηκε δηλαδή με μακροχρόνια εξέλιξη και δεν υπήρξε δώρο δοσμένο από την αρχή στον άνθρωπο εκ μέρους των θεών.                                                                                                    Ο Πρωταγόρας υιοθετεί σαφώς αυτή την άποψη. Τονίζει ότι η γλώσσα δημιουργείται από την ανθρώπινη νόηση και βούληση και δεν δίνεται ως δώρο από το θεό.                                                   Η νεότερη γλωσσολογική επιστήμη επιβεβαιώνει την άποψη των σοφιστών ότι η γλώσσα δημιουργήθηκε εξελικτικά σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνικής ζωής. Μελέτησε επίσης και τη διπλή άρθρωση με την οποία σχηματίζονται οι λέξεις που εκφράζουν απλά δεδομένα της  εμπειρίας και την άρθρωση των λέξεων, δηλαδή τη σύνταξη με την οποία σχημαςτίζονται οι προτάσεις που εκφράζουν ΄συνθετα δεδομένα της εμπειρίας, σκέψεις, κρίσεις κ.τ.λ.
  2. Πολυσύνδετο σχήμα, με το οποίο αναφέρονται όλα τα στοιχεία που ικανοποίησαν τις βιοτικές ανάγκες του ανθρώπου. Η κάλυψη των υλικών αναγκών των ανθρώπων αναφέρεται τελευταία. Ο Πρωταγόρας δεν φαίνεται να  ενδιαφέρεται για τη φυσική σειρά των πραγμάτων. Οι ανάγκες της ζωής προηγούνται, η δημιουργία του πολιτισμού ακολουθεί την ικανοποίηση των ζωτικών αναγκών του ανθρώπου.  Αυτό φυσικά ήταν γνωστό στον Πρωταγόρα, ο οποίος προηγουμένως , ως πρώτη συνέπεια της ανάπτυξης των πρακτικών τεχνών {με ταυτόχρονη χρήση της φωτιάς} ανέφερε την «ευπορίαν», την εξασφάλιση άφθονων μέσων ζωής.
  3. Οι άνθρωποι δηλαδή στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένοι, όπως τα ζώα ή οι Κύκλωπες στην Οδύσσεια. Δεν ήταν επομένως δυνατόν σε αυτούς να δημιουργήσουν πόλεις που απαιτούν συγκέντρωση πολλών ατόμων μόνιμα σε ένα μέρος.                  Τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους απ0ασχόλησε ιδιαίτερα το ζήτημα της οργάνωσης των πρώτων κοινωνιών. Συχνά, αναζήτησαν τα κίνητρα που ώθησαν τους ανθρώπους σε μια τέτοια επιλογή αλλά και τις αιτίες αποτυχίας των πρώτων κοινωνικών σχηματισμών. Στο κεφάλαιο αυτό θα παρακολουθήσουμε τη σοφιστική θεωρία για τη συγκρότηση κοινωνικών σχηματισμών (αφού ζώντας σκορπισμένοι εδώ κι εκεί είχαν ελάχιστα μέσα προστασίας και κατασπαράσσονταν από τα άγρια θηρία) και τα την αντιδιαστείλουμε με εκείνη του Αριστοτέλη στα Πολιτικά.
  4. Η δημιουργική τέχνη είναι συνώνυμη με την έντεχνον σοφίαν του προηγούμενου κεφαλαίου, δηλαδή τις τεχνικές γνώσεις που διέθεταν (τρόποι εξασφάλισης τροφής, όπλα, σκεύη κ.τ.λ.). αυτές ήταν ικανοποιητικές ως προς το να εξασφαλίσουν την τροφή στον άνθρωπο και να του παρέχουν αυτού του είδους την επιβίωση, δεν αρκούσαν όμως  για να τον προστατεύσουν από την απειλή των άγριων θηρίων. Για την άμυνά οτυ ο άνθρωπος έπρεπε να διαμορφώσει την πολιτική τέχνη [ η οποία αποτελούσε μέρος της πολιτικής αρετής], της οποίας μέρος είναι η πολεμική τέχνη.  Ο Πρωταγόρας δεν είναι πειστικός σε αυτό το σημείο. Η βαθύτερη πρόθεσή του που τον κάνει να αδιαφορεί για τη λογική των πραγμάτων, είναι να δείξει ότι η πολιτική τέχνη, της οποίας είναι δάσκαλος, από άποψη αξίας στέκεται πάνω από την τεχνολογία.
  5. Πολεμική τέχνη είναι η τέχνη της κοινωνικής συμβίωσης και της πολιτικής οργάνωσης. Η πολεμική τέχνη είναι η τέχνη του πολέμου, της αλληλεξόντωσης μέσω της κατασκευής όπλων και της επινόησης αμυντικών μεθόδων και επιθετικών τακτικών. Παρουσιάζεται ως μέρος της πολιτικής τέχνης, γιατί δημιουργείται και αναπτύσσεται σε πολιτικά οργανωμένες κοινωνίες. Η έκφραση αυτή δεν συνεπάγεται ότι ο Πρωταγόρας είναι υπέρ του πολέμου.
  6. Η άποψη του Πρωταγόρα για την ίδρυση πολιτικών κοινοτήτων είναι ότι διαμορφώθηκαν αρχικά ως μέσο άμυνας, ως ασπίδα προφύλαξης των ανθρώπων από το φόβο τους προς τα θηρία. Η συγκρότησή ους δηλαδή οφείλεται στην ανάγκη τους να εξασφαλίσουν την επιβίωση. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης διατείνεται στα «Πολιτικά» ότι ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικό ζώον, οπότε η κοινωνική και πολιτική οργάνωση πηγάζει από αυτή την έμφυτη ροπή του. Στο ίδιο έργο ο Σταγειρίτης φιλόσοφος υποστηρίζει ότι «πασα πόλις φύσει εστίν», δηλαδή ότι η πολιτική κοινότητα δημιουργήθηκε φύσει, από φυσική αγκαιότητα και όχι νόμω, δηλαδή κατόπιν σύμβασης των ανθρώπων που την αποτελούν. Ο άνθρωπος έχει μέσα του τη φυσική τάση να ζει σε κοινωνίες και να δημιουργεί πολιτικές κοινότητες.                                                    Πάντως, κατά τον Πρωταγόρα, οι άνθρωποι ένιωθαν την ανάγκη [εζήτουν] της συνάθροισης, της συμβίωσης. Ο άνθρωπος δηλαδή σύμφωνα με το σοφιστή επιβιώνει μόνο χάρη στην ικανότητά του για κοινωνική ζωή. Η βασική αυτή θέση μπορεί να θεωρηθεί «προδιατύπωση» της θέσης του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο ως «φύσει πολιτικόν ζωον».                                                Αξιοσημείωτο είναι πόση σημασία δίνεται στο θεσμό της πόλης [ στο κεφάλαιο αναφέρεται πέντε φορές] ως ανώτερης κοινωνικής μονάδας. Η πόλη αναδείχτηκε πράγματι στην αρχαία Ελλάδα  εστία δημοκρατικής , κοινωνικής  και πνευματικής ζωής.
  7. Η συμβατική συμβίωση των ανθρώπων σε κοινωνίες για την αντιμετώπιση του φόβου των θηρίων δεν μπορούσε να έχει διάρκεια. Εφόσον οι άνθρωποι δεν κατείχαν την τέχνη της  πολιτικής οργάνωσης αδικούσαν ο ένας τον άλλον, διασκορπίζονταν και αλληλοκαταστρέφονταν.
  8. Μετά την παρέμβαση του Προμηθέα για τη σωτηρία και την επιβίωση του ανθρώπινου γένους, παρεμβαίνει τώρα και ο Δίας, «πατήρ ανδρων τε θεων τε», για να τους λυτρώσει από τον επικρεμάμενο αφανισμό. Στέλνει τον αγγελιαφόρο  των θεών, τον Ερμή, να φέρει και να δωρίσει στους ανθρώπους δυο σπουδαία μέσα προστασίας, την αιδώ και τη δίκη, με σκοπό να επικρατήσει τάξη και αρμονία στις πόλεις και να αποσοβηθεί ο επαπειλούμενος πόλεμος αλληλοεξόντωσης.
  9. Η αιδώς εκφράζει το συναίσθημα της ντροπής που αισθάνεται ο κοινωνικός άνθρωπος για κάθε αντικοινωνική πράξη – για κάθε δηλαδή πράξη που προσκρούει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού περιβάλλοντος. Είναι επίσης και η αγανάκτηση που συχνά εκδηλώνεται με αποδοκιμασία για όποιον ενεργεί αντικοινωνικά. Το συναίσθημα αυτό λειτουργεί και ως κίνητρο για την εκτέλεση του χρέους και του καθήκοντος που επιβάλλει η κοινωνία, αφού έτσι αποφεύγεται η αγανάκτηση και η αποδοκιμασία των άλλων. Η αιδώς αποτελεί πράγματι περίπλοκη ιδιότητα και γι’ αυτό αποδίδεται ποικιλοτρόπως: ηθική συνείδηση, ηθικότητα, σωφροσύνη, σεβασμός άγραφων νόμων, αυτοέλεγχος, κοσμιότητα, αυτοσεβασμός.                                                  Η δίκη είναι το συναίσθημα της δικαιοσύνης, ο σεβασμός των δικαιωμάτων των συνανθρώπων μας και η αποκατάστασή τους, όταν αυτά καταστρατηγούνται. Η δίκη θα μπορούσε κατά μια έννοια να ταυτιστεί με την έμφυτη αντίληψη για το δίκαιο, το σωστό και το νόμιμο. Και τα δύο αυτά συναισθήματα κρίνονται απαραίτητα για κάθε πολίτη και συνιστούν μέρος της πολιτικής αρετής, όπως θα φανεί στη συνέχεια του διαλόγου.                            Αυτές οι δύο ιδιότητες χαρίστηκαν από το Δία μέσω του Ερμή σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις. Αποτελούν κτήμα όλων των θνητών και χωρίς αυτές καμιά πολιτεία δεν μπορεί να θεμελιωθεί. Η συλλογική ζωή, η δυνατότητα των ανθρώπων να συνυπάρχουν, προϋποθέτουν την ηθική συνείδηση (αιδώς) και το συναίσθημα της δικαιοσύνης (δίκη). Αυτά από κοινού εξασφαλίζουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, τον εμποδίζουν να συμπεριφέρεται εγωιστικά, μισαλλόδοξα και ατομικιστικά, και συμβάλλουν στην εμπέδωση της πολιτικής ενότητας και κοινωνικής αρμονίς. Αποτελούν δηλαδή όρο και εγγύηση για τη θεμελίωση του υλικού και πνευματικού πολιτισμού και κρίνονται απαραίτητα για κάθε πολίτη.                                            Συνοπτικά, σύμφωνα με το μύθο, η αιδώς και η δίκη έπαιξαν τον ακόλουθο ρόλο στην εξέλιξη του πολιτισμού:                                                                                                      
ü    Θεμελίωσαν την οργάνωση και λειτουργία της πολιτείας
ü    Με τον αλληλοσεβασμό και το αίσθημα της δικαιοσύνης εδραιώθηκε η αμοιβαία εμπιστοσύνη που πρέπει να διέπει τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και με την πολιτεία
ü    Αναπτύχθηκαν φιλικοί δεσμοί μεταξύ των πολιτών και των πολιτών με το κράτος
ü    Αναπτύχθηκαν στενές και φιλικές σχέσεις μεταξύ των πόλεων
ü    Δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις και τέθηκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη και εξέλιξη του πολιτισμού

  1. Η αιδώς και η δίκη(=ο αμοιβαίος σεβασμός και η δικαιοσύνη) δόθηκαν στους ανθρώπους ως έννοιες, δηλαδή ως πρότυπα που έπρεπε να κατακτηθούν από τους ανθρώπους με τη λογική τους και με προσωπικό αγώνα. Όταν οι άνθρωποι γνωρίσουν σε βάθος τις έννοιες αυτές και είναι σε θε΄ση να τις πραγματώσουν στις μεταξύ τους σχέσεις, τότε και η οργάνωση της πολιτείας θα στηρίζεται σε αυτές. Μια πολιτεία, όταν θεμελιώνει την οργάνωση και τη λειτουργία της στης αιδώ και στη δίκη, είναι ασφαλώς δημοκρατική. Ο αλληλοσεβασμός και το αίσθημα της δικαιοσύνης που διέπει τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους και με την πολιτεία εδραιώνει την αμοιβαία εμπιστοσύνη και εξασφαλίζει ισορροπία σε αυτές τις σχέσεις. Με αυτές τις προϋποθέσεις αναπτύσσονται φιλικοί δεσμοί μεταξύ τωνπολιτών με το κράτος.                Ευνόητο είναι ότι οι απόψεις του Πρωταγόρα για την αιδώ και τη δίκη συμπίπτουν με την άποψη του Περικλή στον «Επιτάφιο», όπου περηφανεύεται ότι η αθηναϊκή δημοκρατία στηρίζεται στην ενσυνείδητη πειθαρχία των πολιτών της στους γραπτούς και άγραφους νόμους (παράγρ. 37 διά δέος ου παρανομουμεν … φέρουσιν)
  2. Ο Πρωταγόρας κατανοεί τη σημασία του καταμερισμού της εργασίας για την πρόοδο, όπως φαίνεται από το σημείο αυτό αλλά και από τα επιτεύγματα της δεύτερης φάσης της εξέλιξης. Γι’ αυτό και θέτει το πρόβλημα με την ερώτηση του Ερμή. Αν περιλαμβάνονταν στον καταμερισμό εργασίας και η πολιτική, δε θα συμμετείχαν όλοι στην πολιτική ζωή και δεν θα υπήρχαν πόλεις, με την έννοια ότι η πολιτική προϋποθέτει πως οι άνθρωποι αποδέχονται κοινές αξίες, την αιδώ και τη δίκη. Αν δεν τις αποδέχονταν, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί θα κατέληγαν στην αλληλεξόντωση των ανθρώπων, όπως στην προηγούμενη φάση. Η πολιτική συνδέεται άρρηκτα με την αιδω και τη δίκη που αποτελούν την αναγκαία προϋπόθεσή της, με την έννοια ότι θα ήταν αδιανόητο να μην έχει δοθεί σε όλους αλλά σε ορισμένους μόνο εκλεκτούς, όπως συμβαίνει με τις άλλες τέχνες. Κατάληξη αυτής της πολιτιστικής εξέλιξης αποτελεί η αθηναϊκή δημοκρατία που δικαιώνεται με το μύθο του Πρωταγόρα.
  3. Έχει ήδη επισημανθεί ότι ένας μύθος χρησιμοποιείται ως εργαλείο απλούστευσης δυσνόητων εννοιών και από αυτή την άποψη έχει διδακτικό χαρακτήρα. Παράλληλα, μέσω των αλληγοριών  του προσφέρει στους ακροατές δυνατότητα χαλάρωσης. Έτσι και εδώ ο Ερμής ως εκτελεστής της θεϊκής βούλησης, αφελώς και με τρόπο μάλλον κωμικό, ρωτά το Δία ποιος είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος διανομής της αιδούς και της δίκης. Η μετάβαση από τον πλάγιο στον ευθύ λόγο είναι παραστατική.                                                  Αν οι βασικές ιδιότητες που θεμελιώνουν την πολιτική συγκρότηση της κοινωνίας δεν είναι κοινές σε όλα τα μέλη της, η κοινωνία δεν συγκροτείται πολιτικά, καθώς της λείπει κάθε συνεκτική δύναμη.
  4. Η άποψη αναφέρεται ασφαλώς σε δημοκρατικά πολιτεύματα. Η διάκριση δεν γίνεται άμεσα αλλά ο Πρωταγόρας φαίνεται να δέχεται ότι το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας είναι αυτό που ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες μιας πολιτιστικά προηγμένης κοινωνίας. Η αιδώς και η δίκη αναπτύσσονται μόνο μέσα στην κοινωνική ζωή και σε μια δημοκρατική κοινωνία βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους.
  5. Ευνόητο είναι ότι ούτε και ο Δίας μπορεί να εξασφαλίσει την καθολικότητα των δυο αυτών αρετών στους ανθρώπους, καθώς δεν αποτελούσαν μέρος της αρχικής τους φύσης. Γι’ αυτό προσθέτει ότι όποιος αποδειχθεί ανίκανος να τις αποκτήσει πρέπει να θανατώνεται ως καρκίνωμα στο σώμα της πολιτείας. Με τα λόγια αυτά ο Πρωταγόρας τονίζει αφενός ότι όλα τα μέλη μιαςκοινωνίας αποτελεί πρωταρχική ανάγκη να έχουν συμμετοχή στην «αιδώ» και στη «δίκη» και αφετέρου προλειαίνει τη θέση που θα προβάλει παρακάτω, ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν συμμετοχή στην αρετή.                                                                      Όλοι οι πολίτες μετέχουν στις διαδικασίες της κοινωνικής ζωής εκτός και αν παρουσιαστούν κάποιες εξαιρέσεις στον κανόνα, δηλαδή άνθρωποι που δεν μπορούν να ενταχθούν στο κοινωνικό σύστημα, που παραβιάζουν  τις αρχές της ηθικότητας και της δικαιοσύνης. Η πολιτεία έχει υποχρέωση σ’ αυτές τις περιπτώσεις να’ναι αμείλικτη: η θανατική ποινή επιβάλλεται σε όλους εκείνους που δε σέβονται το διαμορφωμένο κοινωνικό σύστημα. Η συμπεριφορά αυτή προς τα νοσηρά μέλη της κοινωνίας είναι απάνθρωπη. Με αυτή την κατακλέιδα, όπου ο σοφιστής εκδίδει την ετυμηγορία του για την αμείλικτη τιμωρία των νοσηρών μελών της κοινωνίας, τελειώνει ο μύθος του Πρωταγόρα, για να ακολουθήσει το επιμύθιο (λογική διερεύνηση των δεδομένων) και τα σχετικά συμπέράσματα.                                                                Ο πολίτης στη φράση-κατακλείδα παρομοιάζεται με το μέλος του ανθρωπίνου σώματος που δεν έχει υγεία και πρέπει να αφαιρεθεί , γιατί είναι επικίνδυνο για τον υπόλοιπο οργανισμό. Αφαιρώντας επομένως τα μυθολογικά στοιχεία από την αφήγηση του Πρωταγόρα μένει ότι η αρετή καθαυτή δεν ήταν στην αρχή μέρος της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυτό οι πρωτόγονοι, μολονότι είχαν τη νοημοσύνη , για να μαθαίνουν διάφορες «τέχνες» [χρήση φωτιάς, επεξεργασία μετάλλων κ.τ.λ.] συμπεριφέρονταν με αγριότητα ο ένας στον άλλο και δεν θα μπορούσαν να συνεργαστούν. Η ανθρώπινη φύση φέρει μέσα της τις καταβολές για να εξελιχθεί ηθικά. Σε αυτό ακριβώς είναι αναγκαία η διδασκαλία.
  6. Με αυτή τη φράση σηματοδοτείται το πέρασμα στο επιμύθιο και τα συμπεράσματα. Ο σοφιστής αρχίζει τη λογική διερεύνηση των δεδομένων και επιχειρεί τη συναγωγή συμπερασμάτων με έναν τόνο κάπως ειρωνικό, χρησιμοποιώντας εμπειρικά στοιχεία.
  7. Αξιοσημείωτο είναι ότι για πρώτη φορά εδώ ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί εναλλακτικούς όρους «δικαιοσύνη» και σωφροσύνη» αντί των εννοιών της «αιδους» και της «δίκης». Η σύγχυση αυτή θα συνεχιστεί και παρακάτω, οπότε θα δοθεί η ευκαιρία στο Σωκράτη να ζητήσει διεξοδικότερη διερεύνηση της έννοιας της αρετής. Η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη εμφανίζονται σαν μια οδός την οποία κάθε πολίτης που επιθυμεί να παραμείνει μέλος της κοινωνίας οφείλει να ακολουθεί. Μόνον έτσι μπορεί να υπάρχει πολιτική αρετή.
  8. Στο σημείο αυτό ο Πρωταγόρας απαντά στο επιχείρημα που προηγουμένως είχε διατυπώσει ο Σωκράτης: η δυνατότητα όλων να εκφέρουν άποψη για τα θέματα της πολιτικής στην Εκκλησία του δήμου σήμαινε κατά το Σωκράτη ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται, αλλιώς δεν θα μπορούσε να διατυπώνει καθένας γνώμη παρά μόνο, όπως υπονοείται, ο ειδικός. Το δικαίωμα να εκφέρουν όλοι άποψη κατά τον Πρωταγόρα είναι νόμιμο, αφού η αιδώς και η δίκη είναι κτήμα όλων. Ο Πρωταγόρας εκφράζει στο σημείο αυτό μια αντιτεχνοκρατική αντίληψη για την πολιτική, επιδοκιμάζει το αθηναϊκό πολίτευμα και ιδίως το δικαίωμα της ισηγορίας.